Αντικείμενο & στόχοι

Οι αδρομυκώσεις θεωρούνται παγκοσμίως από τις καταστρεπτικότερες ασθένειες των κηπευτικών στα θερμοκήπια και στις υπαίθριες καλλιέργειες. Οφείλονται κυρίως σε μύκητες εδάφους του γένους Verticillium και Fusarium.

Για την αντιμετώπισή τους υπάρχουν περιορισμένες αδειοδοτημένες δραστικές ουσίες [της ομάδας του βενζιμιδαζολίου (π.χ. Benomyl) και του triophanate methyl (π.χ. Neo-Topsin)], όπως και μικροοργανισμοί που ανταγωνίζονται τα παθογόνα, ενώ η καταπολέμησή τους στη βιολογική γεωργία είναι πολύ δύσκολη. Ο έλεγχος των μυκήτων γίνεται με απολύμανση του εδάφους και με απομάκρυνση των προσβεβλημένων φυτών. Εξαιτίας του μεγέθους του προβλήματος, στα παθογενή εδάφη εφαρμόζεται αμειψισπορά (πχ σιτηρά), πρακτική που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα θερμοκήπια. Παρά τις προσπάθειες των παραγωγών το πρόβλημα μειώνεται αλλά συνήθως δεν εξαλείφεται τελείως. Ο κύριος λόγος είναι πως τα όργανα διαχείμανσης των μυκήτων (μικροσκληρώτια, μυκήλιο) παραμένουν στο έδαφος για περισσότερα από 10 έτη. Επομένως, όσα από τα παραπάνω μέτρα και να ληφθούν είναι συχνή η επανεμφάνισή τους σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Σήμερα ο πιο επιτυχημένος τρόπος ελέγχου των αδρομυκώσεων είναι η επιλογή ανθεκτικών ποικιλιών ή υβριδίων και η εφαρμογή ανταγωνιστικών μικροοργανισμών στο έδαφος. Εντούτοις, με τις παραπάνω πρακτικές, η μείωση της παραγωγής περιορίζεται κατά 10-20% στη τομάτα και 25-30% στη μελιτζάνα, αναλόγως της σοβαρότητας και της έκτασης των προσβολών. Επομένως, στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως τα διαθέσιμα μέσα για τον έλεγχο των αδρομυκώσεων δεν μπορούν να εξαλείψει τόσο τις απώλειες στην παραγωγή όσο και την υποβάθμιση της ποιότητας.